καταφθίνω

καταφθίνω
καταφθίνω
1 wither away met. ἐπέων δὲ καρπὸς οὐ κατέφθᾰνε i. e. her words bore fruit and were not wasted I. 8.46

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταφθίνω — (Α) (επιτ. τ. τού φθίνω) φθείρομαι, αφανίζομαι, μαραίνομαι («ἀγρίᾳ νόσῳ καταφθίνοντα», Σοφ.)· [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φθίνω «καταστρέφομαι»] …   Dictionary of Greek

  • καταφθίσει — καταφθίνω waste away aor subj act 3rd sg (epic) καταφθί̱σει , καταφθίνω waste away aor subj act 3rd sg (epic) καταφθί̱σει , καταφθίνω waste away fut ind act 3rd sg καταφθί̱σει , καταφθίνω waste away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέφθισο — καταφθίνω waste away plup ind mp 2nd sg καταφθίνω waste away perf imperat mp 2nd sg καταφθίνω waste away aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθιμένων — καταφθίνω waste away aor part mid fem gen pl καταφθίνω waste away aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθίμενον — καταφθίνω waste away aor part mid masc acc sg καταφθίνω waste away aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθίσειε — καταφθίνω waste away aor opt act 3rd sg καταφθί̱σειε , καταφθίνω waste away aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέφθιτο — καταφθίνω waste away plup ind mp 3rd sg καταφθίνω waste away aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθείσει — καταφθίνω waste away aor subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθιμένης — καταφθίνω waste away aor part mid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθιμένοιο — καταφθίνω waste away aor part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταφθιμένοισι — καταφθίνω waste away aor part mid masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”